Αυτό το πηγάδι δεν έχει πάτο: Η διαρκής υποτίμηση του «κατώτατου μισθού»


workers1Λίγα λόγια για τις αλλαγές στον βασικό μισθό
 
Γενικά: Ο μισθός δεν είναι απλά και μόνο τα χρήματα, τα λεφτά τα οποία εξασφαλίζει κανείς από την εργασία του, όπως πολλές φορές εννοείται, εσφαλμένα. Σε ό,τι αφορά την εξαρτημένη εργασία, ο μισθός θα πρέπει να εννοηθεί ως μια συνισταμένη πολλών και διαφορετικών στοιχείων, σημαντικών όπως ο χρόνος, οι συνθήκες και η ένταση της εργασίας. Στον σύγχρονο καπιταλισμό ο μισθός εισέρχεται στους καταναγκασμούς της εργασίας σαν αναγνώριση της τυπικής ελευθερίας των δύο συμβαλλομένων μερών: του «εργοδότη» και του εργαζόμενου. Σε αντίθεση με μια σειρά απλήρωτων εργασιών (κοινώς δουλεία), που ούτε σήμερα έχουν εξαλειφθεί όπως η εργασία στον Στρατό, στη Φυλακή ή/και η οικογενειακή/οικιακή εργασία, η μισθωτή εργασία διαχωρίζεται από αυτές με το «ελεύθερο δικαίωμα» της πώλησης της εργατικής δύναμης. Αυτή ακριβώς η μισθωτή εξαρτημένη εργασία, είναι γενικότερο γνώρισμα του καπιταλισμού, θεμελιώδης λίθος στο οικοδόμημα μέσα στο οποίο σήμερα ζούμε.
Γίνεται αντιληπτό πως σε αυτή την σχέση εξάρτησης συνυπάρχουν και τα δύο μέρη: και ο εκμεταλλευόμενος και ο εκμεταλλευτής. Παρόλαυτα, αυτή η σχέση δεν είναι συμμετρική. Η θέση «αφεντικό» γεννάται και αναπαράγεται μέσα από την μισθωτή εξαρτημένη εργασία, αλλά το ανάποδο δεν ισχύει. Και δεν ισχύει μόνο αν εννοηθεί η εργασία, όχι σαν προϊόν προς πώληση, αλλά σαν τη δημιουργικότητα που αλληλεπιδρά με το κοινωνικό περιβάλλον και τη Φύση και τα μετασχηματίζει. Με αυτή την έννοια αντιλαμβανόμαστε την εργασία περαν του καπιταλισμού, την εργασία χωρίς αφεντικά.
 
Από τη δεκαετία του 70, αλλά πολύ περισσότερο από τη δεκαετία του 80 και έπειτα, τα αφεντικά προσπάθησαν με μια καλά συντονισμένη παγκόσμια ιδεολογική καμπάνια, όχι να καταργήσουν αυτήν την εξάρτηση, αλλά να αλλάξουν τη βασική της αναπαράσταση. Να μειώσουν ή και να εξαφανίσουν την έννοια του μισθωτού (του εργάτη), ταυτίζοντας τον (σαν φιγούρα) με τον ελεύθερο επαγγελματία. Αυτή η προσπάθεια τους ήταν βαθιά, διαρκείας και πολυποίκιλη. Εξελίχθηκε από την προώθηση της ευελιξίας του εργατικού δυναμικού, τον πολλαπλασιασμό των μυθολογικών ανισοτήτων (με επιδόματα, μπόνους κτλ), την οργανική υπαγωγή των μορφών έκφρασης των εργατικών συμφερόντων (όπως είναι και τα συνδικάτα) στο κράτος, τη γενικότερη προβολή του ατομικισμού-μικροαστισμού, την επιδότηση της κατανάλωσης (με δάνεια, κάρτες υποθήκευσης στην ουσία μελλοντικών μισθών) κ.ο.κ. Ένας από τους βασικούς λόγους ήταν και η ενσωμάτωση του μισθού γενικά, όχι πια σαν ένα εξωτερικό έξοδο, αλλά μέρος της εσωτερικής καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης, μέσω της μαζικής εργατικής κατανάλωσης. Αποτέλεσμα: η εκτροπή της έννοιας του «μισθού», ιδεολογικά και πολιτικά, σε «εισόδημα». Οποιαδήποτε αναφορά στον μισθό, αντιμετωπιζόταν (και αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα από πλευρές του κινήματος) σαν οικονομίστική, δίχως σοβαρή εκτίμηση για το αντικείμενο καθώς είναι «μόνο λεφτά»…
Έτσι φτάνουμε στο σήμερα, που η ρύθμιση των μισθολογικών διαβαθμίσεων με το εργαλείο που ονομάζεται «βασικός μισθός», μπαίνει ακόμη πιο κεντρικά στο στόχαστρο των επιδιώξεων των αφεντικών. Το μεγάλο κόμμα του κεφαλαίου, το κράτος, αναλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερο μέρος της διαχείρισης και κοστολόγησης του εργατικού δυναμικού. Η «αυτόματη προσαρμογή» της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με βάση τις ανάγκες της «εθνικής» οικονομίας (δλδ των αναγκών για κερδοφορία των αφεντικών) νομοθετείται στο Μνημόνιο 3 και υλοποιείται ήδη από τον Απρίλη που διανύουμε. Με λίγα λόγια το ύψος του βασικού μισθού νομοθετείται πλέον με υπουργική απόφαση, καταργώντας την, έτσι κι αλλιώς τυπική «διαπραγμάτευση» των καθεστωτικών τριτοβάθμιων οργανώσεων των εργαζομένων (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) με τις εργοδοτικές οργανώσεις. Αντίθετα από τις εκτιμήσεις των αντινεοφιλελεύθερων κρατικιστικών «μετώπων», όλων των αποχρώσεων το κράτος όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά ισχυροποιεί τον ρυθμιστικό του ρόλο σε όλο και περισσότερα ζητήματα διαχείρισης της εργασίας. Με εργαλείο τη διατίμηση του βασικού μισθού (του ανειδίκευτου), ορίζει και καθορίζει το ύψος των «απολαβών» των ανέργων (του επιδόματος ανεργίας), αλλά και των εξειδικευμένων εργατών, ακριβώς γιατί ο βασικός μισθός αποτελεί τη βάση υπολογισμού όλων αυτών των «μισθών». Και έπεται συνέχεια:
Η κρατική διαχείριση της εργασίας εξαπλώνεται με τις συμβάσεις εργασίας στις Συμβάσεις Ορισμένου Χρόνου και τις Κοινωφελής Εργασίας ακολουθώντας πιστά τα βήματα του γερμανικού μοντέλου, όπου ακόμη και τα επιδόματα ανεργίας εξευτελίζονται σε φιλοδωρήματα συνδεδεμένα με άμισθη εργασία σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ή σε κρατικής επιχειρήσεις πρόνοιας…Είναι αυτή η νέα δομή που αναπαριστά καλύτερα (για τα αφεντικά) τον σύγχρονο ταξικό συσχετισμό, και πιο συγκεκριμένα τα εξής μέτρα:
  • Κάθε Δεκέμβριο με υπουργικό διάταγμα θα καθορίζεται ο βασικός μισθός. Θα έχει προηγηθεί μια -τυπική- διαβούλευση των διαφόρων «κοινωνικών φορέων», με κυρίαρχο των ρόλο των εργοδοτικών οργανώσεων.
  • Το ύψος του μισθού (και ότι αυτός συμπαρασύρει μαζί του), θα ορίζεται με βάση «…την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τις προοπτικές ανάπτυξής της, τα επίπεδα παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας…». Ωμά και σταθερά, δηλαδή, τα συμφέροντα των αφεντικών.
  • Παραμένουν και μάλιστα εντείνονται οι διαφορές (προς τα κάτω) για τους νέους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών.
Συμπεράσματα
Οι εργάτες και οι εργάτριες που στη πλάτη μας θα δοκιμαστούν όλα τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής του μισθού και του χρόνου εργασίας μας, δεν πρέπει να έχουμε καμία αυταπάτη για τον ρόλο της κρατικής διαχείρισης του. Όχι μόνο δεν συνιστά «βελτίωση», το πέρασμα (και τυπικά) από τα χέρια της «διαπραγμάτευσης» του βασικού μισθού στα χέρια του κράτους, αλλά ισχυροποιεί αυτό που γνωρίζαμε ήδη εδώ και αρκετά χρόνια. Οι όροι της διαβίωσης (ή της καταστροφής) μας κρατικοποιούνται μονάχα να χειροτερεύσουν καθώς την εξουσία πάνω τους τη διατηρεί (και την επιβεβαιώνει μέσω τη κρατικής διαχείρισης) το κεφάλαιο. Αυτοί οι όροι δεν τίθενται υπό συζήτηση και διαπραγμάτευση αναλόγως το πρόσωπο ή τον πολιτικό προσανατολισμού της κυβέρνησης ή του εκάστοτε υπουργού. Τα τσακάλια της σοσιαλδημοκρατίας που διατυμπανίζουν πως αυτά θα αλλάξουν, τάχα, με την «αριστερή διακυβέρνηση», εντέχνως αποκρύπτουν πως όσο τα μέτρα «νομοθετούνται», οι τυπικοί όροι, και όσες συλλογικές συμβάσεις έχουν ακόμη κάποια ισχύ, ήδη έχουν γίνει κουρελόχαρτο στα χέρια των αφεντικών. Η κοινωνική ζούγκλα της «αγοράς εργασίας», δεν αφήνει περιθώριο για «τυπική» ανατίμηση της εργασίας. Η ουσιαστική ανατίμηση του μισθού, η μείωση του χρόνου εργασίας, η καλυτέρευση των όρων ζωής και εργασίας είναι υπόθεση της οργανωμένης και ουσιαστικής ταξικής πάλης των σύγχρονων προλεταρίων. Δεν μπορεί να προέλθει από την εκλογική διαδικασία, αλλά από τις μικρές και μεγάλες αντιστάσεις που προβάλλει η τάξη μας. Δεν μπορεί να υπάρξει αν συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τον μισθό και τους όρους εργασίας σαν κάτι περιφερειακό, χαμένο μέσα στις στοίβες των γενικότερων πολιτικών «αιτημάτων», που σώζουν «εθνικά τον τόπο», γκρεμίζοντας εργαζόμενους και ανέργους στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Δεν μπορεί να διαμεσολαβηθεί από τα κόμματα του κεφαλαίου, αλλά μπορεί να αναπνεύσει μόνο μέσα από τις διαδικασίες αγώνα στη βάση των εργασιακών χώρων. Και σίγουρα δεν μπορεί να προκύψει από παζάρι, αλλά από το αμετακίνητο του αγώνα κόντρα στην εξουσία και την ιδιοκτησία των αφεντικών, με τα εργατικά συμφέροντα μπροστά!
11.04.2013
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s